ὑγιής

ὑγιής, ές здоровый; здравый

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ὑγιής" в других словарях:

  • ὑγιής — healthy masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υγιής — ές / ὑγιής, ές, ΝΜΑ, και ὑγειής, ές, Α 1. αυτός που έχει άρτια, φυσιολογική σωματική και ψυχική κατάσταση, που βρίσκεται σε πλήρη σωματική και ψυχική ευεξία, γερός 2. μτφ. α) (για λόγους, σκέψεις, ενέργειες) φρόνιμος, σωστός (α. «εμφορείται από… …   Dictionary of Greek

  • ὑγιῆς — ὑγιάζω make sound fut ind act 2nd sg (doric) ὑγιής healthy masc/fem acc pl (attic epic doric) ὑγιής healthy masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υγιής — [нгиис] επ. здоровый, здравый, умный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • υγιής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή 1. που έχει υγεία (βλ. λ.), που έχει άρτια και φυσιολογική σωματική κατάσταση, ο γερός. 2. μτφ., ο ψυχικά και πνευματικά εντάξει, ο λογικός, ο συνετός: Υγιείς αρχές …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὑγιέστερον — ὑγιής healthy neut acc comp sg ὑγιής healthy masc acc comp sg ὑγιής healthy adverbial comp ὑγιής healthy neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑγιῆ — ὑγιής healthy masc/fem acc sg (attic epic doric) ὑγιής healthy masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ὑγιής healthy neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑγιές — ὑγιής healthy neut acc sg ὑγιής healthy masc/fem voc sg ὑγιής healthy neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑγιέστατον — ὑγιής healthy neut acc superl sg ὑγιής healthy masc acc superl sg ὑγιής healthy neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑγιεστάτοις — ὑγιής healthy neut dat superl pl ὑγιής healthy masc/neut dat superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑγιεῖ — ὑγιής healthy masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) ὑγιής healthy masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.